SHARE THIS ON

Μήπως, κατά βάθος, τον ζηλεύαμε λίγο τον Πέτρο Κωστόπουλο;

Αν για κάθε κακία που ακούει έπαιρνε και ένα ευρώ, ο εκδότης της ΙΜΑΚΟ θα είχε ξεχρεώσει τους απλήρωτους εργαζόμενούς τους. Εντάξει, ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Αλλά μήπως «παίζει» και κάτι άλλο;

Δεν τον συμπαθώ. Όχι απλώς γιατί συγκεντρώνει όλα τα κακά του νεόπλουτου Έλληνα – αλαζονεία, επιδειξιμανία, ημιμάθεια, ματαιοδοξία, σνομπισμό. Αυτά άλλωστε στο star system, που ο ίδιος πρώτος ενθρόνισε στην Ελλάδα, έχουν φτάσει να θεωρούνται προσόν. Δεν τον συμπαθώ για πολύ προσωπικούς λόγους. Γιατί «έφερε» μια από τις καλύτερές μου φίλες στα όρια της απελπισίας. Απλήρωτη επί τέσσερις μήνες, χρεωμένη και με την ψυχολογία της στα τάρταρα, τελικά βρήκε το κουράγιο να παραιτηθεί όταν δεν είχε να πληρώσει ούτε το εισιτήριο για να φτάσει στα γραφεία της IMAKO στο Νέο Ηράκλειο. Προτίμησε να κλαίει σπίτι της, παρά στο δρόμο για τη δουλειά.

Stop. Rewind. 2001. Κάθομαι με την ίδια φίλη μου στο Stars της Αγίας Παρασκευής. Έχουμε μόλις τελειώσει τη δουλειά μας στο περιοδικό όπου δουλεύαμε τότε μαζί και πίνουμε τον καφέ μας. Περιχαρής μου ανακοινώνει ότι την επόμενη μέρα θα δηλώσει παραίτηση από το μικρό μας περιοδικό. Θα πάει να δουλέψει για τον «θείο» Πέτρο!!!! Τη ζηλεύω. Ήταν το όνειρό μας, βλέπετε, να δουλέψουμε εκεί, όπως και το όνειρο των περισσότερων νεόκοπων τότε γραφιάδων της lifestyle δημοσιογραφίας. Εκείνη την εποχή αν ήσουν περιοδικατζής και δεν δούλευες σε περιοδικό του Κωστόπουλου αισθανόσουν λίγο λιγότερο περιοδικατζής από τους άλλους.
Τον Κωστόπουλο όμως δεν τον θαύμαζαν μόνο οι άνθρωποι των περιοδικών. Τον θαύμαζαν κυρίως οι αναγνώστες του. Και ήταν πολλοί. Ok, μπορεί ο Κωστόπουλος να μας πούλαγε φύκια και μεταξωτές πασμίνες, όμως η δική μου γενιά τα αγόραζε με τη σέσουλα. Τρέχαμε στο περίπτερο να πάρουμε το ΚΛΙΚ πάντα την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του και το κρύβαμε στο τελευταίο συρτάρι μην το βρει κατά λάθος η μάνα μας και, μην καταλαβαίνοντας τι είναι, σκίσει καμία σελίδα του και ανάψει με αυτή το τζάκι. Ήταν το Κοράνι μας. Και ο Κωστόπουλος ο σαμάνος μας. Αργότερα ήρθε το Nitro. Το ρουφούσαμε ξαπλωμένοι στις (12 ευρώ/ βουτιά) ξαπλώστρες της Ψαρού εναλλάξ με το ντάκιρι φράουλα που ο ίδιος μας είχε προτείνει να πιούμε. Αυτός μας έμαθε την Ψαρού, αυτός και το ντάκιρι φράουλα. Και πηγαίναμε όπου μας έλεγε ακόμη κι αν με το που επιστρέφαμε ταπί στον Πειραιά κλειδαμπαρωνόμασταν στο σπίτι 20 μέρες για να κάνουμε απόσβεση τα σφηνάκια στο Caprice.

Τίποτα δεν μπορεί να με πείσει ότι όλη αυτή η κακεντρέχεια που εκτοξεύεται δύο μέρες τώρα στο internet γίνεται μόνο στο όνομα των απλήρωτων εργαζόμενων της IMAKO. «Στο βάθος το ζηλεύουμε αυτό που ρεζιλεύουμε», λέει ένα λαϊκό άσμα και δεν το λέει μόνο επειδή το «ζηλεύω» κάνει ρίμα με το «ρεζιλεύω». Το λέει επειδή είναι αλήθεια. Τον ζηλεύαμε τον Κωστόπουλο. Για τα απίστευτα χρήματα που έβγαλε κάνοντας απλώς την πλάκα του. Για τις γυναίκες που εκείνος πηδούσε και κάποιοι απλώς ονειρεύονταν, αφού πρώτα την είχαν παίξει για πάρτη τους μπροστά στις φωτογραφίες τους που ο «θείος» δημοσίευε στα ιλουστρασιόν περιοδικά του. Για τα εστιατόρια όπου έτρωγε κι εμείς δεν μπορούμε να πάμε ούτε με εκπτωτικό κουπόνι. Για τις τσάρκες με το φουσκωτό που έκανε και μετά μας τις έτριβε στη μούρη στα editorial του. Για το πρώτο τραπέζι που τον περίμενε κάθε βράδυ στα ξενυχτάδικα. Για τη ζωή που δεν ζούσαμε.

Τώρα που όχι μόνο η IMAKO αλλά και όλο αυτό που αντιπροσωπεύει καταρρέει ξεσκεπάζοντας τη γύμνια τού πάλαι ποτέ βασιλιά του lifestyle (αλλά και τη δική μας) η ζήλια έγινε φθόνος. Και κακία. Γιατί ακόμη θέλουμε να πάμε στην Ψαρρού. Απλώς τώρα δεν μπορούμε. Αλλά τώρα δεν μπορεί κι αυτός. Κι αυτό, για κάποιο λόγο, μας «φτιάχνει».