SHARE THIS ON

Η Πρέβεζα μάλλον δεν είναι περήφανη για τον Κώστα Καρυωτάκη

Το "λάθος" του ποιητή, ήταν ότι αυτοκτόνησε ΕΚΕΙ.

Άλλο ένα πρόσφατο ταξίδι μου στην Πρέβεζα, αλλά και το debate της Δευτέρας στη Βρετανία, για την επιστροφή ή όχι των μαρμάρων του Παρθενώνα, ήταν αρκετά για να μου φέρουν πάλι στο μυαλό τη φράση που λέει ο λαός: "αυτή η χώρα δεν έχει σωτηρία".

Όταν πρωτακούσαμε, πιτσιρικάδες, την "Πρέβεζα" του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ανοίξαμε το εξώφυλλο του δίσκου να βρούμε ποιος είχε γράψει αυτούς τους υπέροχους στίχους.
Ήταν το τραγούδι που ξεχώριζε από όλα του συγκεκριμένου δίσκου. Ούτε Κουρσάροι, ούτε Στέλλες, ούτε Σεμπάστιαν... Όχι ότι τα συγκεκριμένα τραγούδια στερούνταν έμπνευσης και ποιότητας, αλλά η Πρέβεζα ήταν το ποίημα εκείνο που μας έκανε να αισθανθούμε όλοι ποιητές.
Ανατρέξαμε στις συλλογές του Καρυωτάκη, ταξιδέψαμε πλώρα-πρίμα με τον Καββαδία, πνιγήκαμε στη θλίψη του Alan Poe και πρωτογράψαμε τους πρώτους ουσιαστικούς στίχους μας, σε μία κόλλα χαρτί, ΑΠΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΜΑΣ.
Δεν υπήρχαν γκόμενες, δεν υπήρχαν αφιερώσεις, δεν υπήρχε ανάγκη μοιρασιάς.
Με την Πρέβεζα του Καρυωτάκη, ελευθερώσαμε από μέσα μας όλα τα συναισθήματά μας.

Ήταν λοιπόν επιτακτική ανάγκη για μένα να ταξιδέψω κάποτε εκεί, να γνωρίσω από κοντά τα μέρη που περπάτησε ο ποιητής, αλλά και να αισθανθώ την αύρα της πόλης, που για πολλούς "τον έκανε να αυτοκτονήσει".

Όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου εκεί (Καλοκαίρι του 1987) στην πρώτη μου βόλτα στα στενάκια, αναζήτησα να βρω το σπίτι που έμενε.
Είναι μια όμορφη μονοκατοικία του πρώτου ορόφου, που στον εξωτερικό τοίχο υπάρχει μία μαρμάρινη επιγραφή που σε ενημερώνει γι αυτό (slideshow 1).
Ρώτησα γρήγορα το πού βρισκόταν η είσοδος για να ανέβω επάνω.
"Εδώ στο πλάι", μου είπαν οι καταστηματάρχες του μαγαζιού που βρισκόταν στο ισόγειο. "Αλλά δεν μπορείς να μπεις μέσα". -"Γιατί;" ρώτησα εγώ.-"Γιατί μένουν άλλοι", μου απάντησε αποστομωτικά ο κύριος. -"Άλλοι; Στο σπίτι του Καρυωτάκη;", ξαναρώτησα εγώ. -"Αφού δεν ήταν δικό του. Νοικιασμένο το είχε", ήταν η απάντηση που μου άδειασε με μιας τον εγκέφαλο. Στο ύφος μάλιστα του κυρίου, διέκρινα και μια αποστροφή. Θα έκοβα το κεφάλι μου ότι θα ήθελε να πει: "αφού νοικιασμένο το είχε ο λεχρίτης...". Δεν το είπε όμως.
Σφίγγω τα δόντια μου και φεύγω με αργά βήματα, τραβώντας ταυτόχρονα δεκάδες φωτογραφίες. (Στην ουσία τραβούσα ένα αδιάφορο μπαλκόνι, αλλά εγώ γνώριζα ότι εκεί έζησε ο αγαπημένος μου ποιητής, τις "32 ημέρες της ζωής του στην Πρέβεζα", όπως έγραφε ασύντακτα και ειρωνικά η μαρμάρινη επιγραφή στον τοίχο).

Είχα ήδη φάει την πρώτη κρυάδα όταν λίγα μέτρα από το σπίτι του, σε ένα ερημικό και εντελώς αδιάφορο πλατειάκι, βλέπω ανάμεσα σε ψηλά χορτάρια με αγκάθια, μία μπρούτζινη προτομή-ξεπέτα, του Κώστα Καρυωτάκη (slideshow 2).
Εκεί το παζλ αρχίζει και συμπληρώνεται.
Η αρχική μου εντύπωση ότι οι "Πρεβεζάνοι" θεωρούν όνειδο τον Καρυωτάκη, επειδή έκανε το τραγικό λάθος να αυτοκτονήσει εκεί και όχι στη Λάρισα, την Πάτρα, τον Βόλο ή τα Τρίκαλα, αρχίζει σιγά σιγά και παίρνει σάρκα και οστά.

Ρωτάω λίγο πιο κάτω μια παρέα 25χρονων, αν υπήρχε κάτι άλλο για τον Καρυωτάκη και αν όντως ισχύει η αίσθησή μου ότι οι κάτοικοι "ντρέπονται" γι αυτόν και τον "τιμωρούν" με αυτό τον τρόπο.
Είδα στα μάτια τους ότι σα να συμφωνούσαν μαζί μου. Όμως σαφέστατα δεν περίμενα και να πιάσουμε διάλογο γι αυτό.
Στο μόνο που με βοήθησαν ήταν να με οδηγήσουν λίγα μέτρα παρακάτω, έξω από ένα στρατόπεδο, στο σημείο που στις 21 Ιουλίου του 1928, ο ποιητής έδωσε τέλος στη ζωή του με μία σφαίρα στην καρδιά.
Εκεί, η "Ελληνική Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας", έχει τοποθετήσει μία μαρμάρινη επιγραφή (slideshow 3).

Τους ευχαρίστησα, κάθισα λίγο απέναντί της, ύστερα πλησίασα κοντά και με την τελευταία φωτογραφία του ποιητή που την τράβηξε η αστυνομία λίγες ώρες μετά την αυτοκτονία του (slideshow 4), προσπάθησα να δω την Πρέβεζα μέσα από τα μάτια του.

Δεν ξέρω τελικά αν τα κατάφερα, ή αν θέλησα να μην τα καταφέρω.